Η οδός Κύπρου, από την περιοχή Σιάουλο & τη Δημοτική Αγορά, έως την παλιά Εβραϊκή συνοικία (ΜΕΡΟΣ Α)
Οδός Χατζή Χουσεΐν πασά, Ντάρκουλη, Αλεξάνδρας, των Έξ και Κύπρου. Αυτές είναι οι ονομασίες που δόθηκαν στον κεντρικότερο δρόμο της Λάρισας, τη σημερινή οδό Κύπρου, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι και τη δεκαετία που ΄50, όταν ονοματοδοτήθηκε για τελευταία φορά, από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης. Είχαμε πέντε διαφορετικές ονομασίες του ίδιου δρόμου, μέσα σε 140 χρόνια περίπου, κάτι συνηθισμένο για την πόλη μας. Το ίδιο συνέβη και σε πολλούς άλλους δρόμους και πλατείες της Λάρισας όλα αυτά τα χρόνια.
Δρόμος που ξεκινούσε από τη συνοικία Σιάουλο, διέσχιζε τη συνοικία Νταρκουρά, το κέντρο της πόλης, για να καταλήξει στην παλιά Εβραϊκή συνοικία, μέχρι την οδό Κενταύρων. Οριοθετεί την κεντρική πλατεία της πόλης μας από τη βορεινή πλευρά. Ο δρόμος των μαθητικών και στρατιωτικών παρελάσεων, από τη δεκαετία του ’50 και μετά. Από αυτό το δρόμο περνούσε η πομπή κατά τη λιτάνευση της εικόνας του πολιούχου μας Αγίου Αχιλλίου. Δρόμος με έντονη εμπορική και κοινωνική ζωή. Ελάτε να ξεκινήσουμε την περιήγησή μας στην οδό Κύπρου, από την αρχή του δρόμου, από τη συνοικία Σιάουλο.
Πλατεία Σιάουλου ή Σιάχογλου, η γωνία Κύπρου & 28ης Οκτωβρίου.
Το ξυλεμπορικό της οικογένειας Χατζηδημούλη. Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο της οικογένειας Χατζηδημούλη. Χρονολογία 1998.
Βρισκόμαστε στην αρχή του δρόμου, εκεί που συναντούνται τέσσερις οδοί. Η οδός Κύπρου, με την 28ης Οκτωβρίου, την 23ης Οκτωβρίου και τη Νικηταρά. Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Παλιούγκα, η ονομασία της περιοχής και της συνοικίας οφείλεται στην παρουσία του “Τζαμί Sahoglou” (Τέμενος του γιου του Σαχ) που υπήρχε επί τουρκοκρατίας κοντά στην ανατολική πλευρά της Πλατείας Ανακτόρων (σημερινή πλατεία Μπλάνα). Εδώ και χρόνια η ονομασία αυτή έχει ξεχαστεί και κανείς δεν την χρησιμοποιεί. [1]
Στη δεύτερη φωτογραφία βλέπουμε το ξυλεμπορικό της οικογένειας Χατζηδημούλη πριν γκρεμιστεί το 1998. Ο Ηρακλής Χατζηδημούλης γεννήθηκε το 1862 και γύρω στο 1890 ξεκίνησε την επιχείρηση στην αρχή της οδού Κύπρου, όπου είχε αγοράσει από πριν το οικόπεδο. Πουλούσε οικοδομικά υλικά (ξυλεία, κάρβουνα κλπ.). Το ξυλεμπορικό έμεινε σ΄αυτή τη θέση πάνω από ένα αιώνα, μέχρι το 1998, χρονιά που το οίκημα δόθηκε αντιπαροχή και κατεδαφίστηκε. Σήμερα η επιχείρηση συνεχίζει τη λειτουργία της σε νέα διεύθυσνη. Βρίσκεται στο 6ο χλμ Λαρίσης-Συκουρίου.

Χαρακτικό που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “THE ILLUSTRATED” του 1897. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Αμέσως μετά συναντάμε την πλατεία Αγαμν. Μπλάνα ή Λαού ή Δημοτικής Αγοράς. Στο προηγούμενο δημοσίευμα αναφερθήκαμε στην περιοχή του σημερινού Δημοτικού Ωδείου, όπου υπήρχαν τα Βασιλικά Ανάκτορα της Λάρισας[2]. Όπως διακρίνουμε στο χαρακτικό του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, νότια του ανακτόρου απλωνόταν ένας μεγάλος αδιαμόρφωτος χώρος. Με την σταδιακή εφαρμογή του νέου σχεδίου πόλεως του 1883 κάποια στιγμή ο χώρος αυτός οριοθετήθηκε με την χάραξη της οδού Μακεδονίας (τη σημερινή Βενιζέλου) και το νότιο τμήμα του ονομάσθηκε «Πλατεία Ανακτόρων», ενώ το μικρό αλσύλλιο, που το περιέβαλλε, ονομάσθηκε «Κήπος Ανακτόρων». Το 1900 περίπου ο χώρος αυτός ισοπεδώθηκε, τετραγωνίσθηκε και διαμορφώθηκε σε πλατεία.

Το νότιο τμήμα της πλατείας Ανακτόρων (πλατεία Νέας Αγοράς ή Λαού), μπροστά μας η οδός Αλεξάνδρας (νυν Κύπρου) και η κάθετη οδός είναι η σημερινή Παναγούλη. Η λήψη της φωτογραφίας είναι από τον μιναρέ του Γενί τζαμί. Επιχρωματισμένη καρτ ποστάλ του Στεφ. Στουρνάρα (Βόλος). Χρονολογία: αρχές της δεκαετίας του 1900.
Στην καρτ ποστάλ δεξιά βλέπουμε τμήμα της πλατείας, ενώ μετά την οδό Αλεξάνδρας (σημερινή Κύπρου), αριστερά διακρίνεται το κονάκι του Κερμελί μπέη, στη νοτιοδυτική πλευρά της οδού Κύπρου με Παναγούλη. Το κονάκι βρισκόταν σε ένα διαμπερές οικόπεδο που επικοινωνούσε με την οδό Ασκληπιού, ενώ η σειρά των ισόγειων, συνεχόμενων καταστημάτων, επί των οδών Κύπρου και Ολύμπου, διατηρείται μέχρι και σήμερα, με αρκετές επεμβάσεις στις εξωτερικές τους όψεις. Στο βάθος της φωτογραφίας αποτυπώνεται η κεντρική περιοχή της Λάρισας.
Κάθε περιοχή στη Λάρισα είχε τους δικούς της θαμώνες. Σχετικά με τους θαμώνες της πλατείας Ανακτόρων ο κ. Παπαθεοδώρου αναφέρει [3]: «Ήταν η πλατεία όπου συναντιόνταν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι έπειτα από τον ολοήμερο κάματο πήγαιναν εκεί για να ξεκουραστούν, πίνοντας το αναψυκτικό ή το τσιπουράκι τους και να κουβεντιάσουν επαγγελματικά ζητήματα ή επίκαιρα θέματα… Η πλατεία Ανακτόρων χρησίμευε και ως τόπος λαϊκών συγκεντρώσεων κατά τις παραμονές βουλευτικών ή δημοτικών εκλογών. Συνήθως συγκεντρωνόταν σ’ αυτήν οι οπαδοί του ενός κόμματος, ενώ στην κεντρική πλατεία του αντιπάλου κόμματος. Τις περισσότερες φορές οι οπαδοί των κομμάτων συμπλέκονταν μεταξύ τους, γιατί όπως γνωρίζουμε την εποχή εκείνη τα πνεύματα κατά την προεκλογική περίοδο ήταν εξημμένα. Γι’ αυτό και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια απαγορευόταν η χρήση αλκοολούχων ποτών τις ημέρες των εκλογών». Σε αυτή τη μορφή διατηρήθηκε η πλατεία Ανακτόρων μέχρι το 1922.

Η Δημοτική Αγορά της Λάρισας αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της το 1933. Προέρχεται από το αρχείο του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα και συμπεριλήφθηκε μαζί με άλλες σε προεκλογικό φυλλάδιο, το οποίο κυκλοφόρησε τις παραμονές των δημοτικών εκλογών (Φεβρουάριος 1934) .Ο φωτογράφος δεν είναι γνωστός, πιθανολογείται όμως ότι μπορεί να είναι ο Λαρισαίος Παντελής Γκίνης.
Το 1922, ο χώρο της πλατείας παραχωρήθηκε στους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Εδώ στήθηκαν παράγκες όπου λειτούργησαν μπακάλικα, μανάβικα, ψαράδικα, καφενεία και άλλες μικροεπιχειρήσεις. Με το πέρασμα των χρόνων η κατάσταση όμως έγινε ανεξέλεγκτη, ενώ οι χώροι υγιεινής απουσίαζαν. Το 1932, ο τότε δήμαρχος Μιχαήλ Σάπκας αποφάσισε να εξαλείψει το άθλιο θέαμα των παραγκών και να κτίσει στον χώρο της πλατείας Δημοτική Αγορά.
Στην απόφαση αυτή του δημάρχου αντέδρασαν οι περισσότεροι από τους καταστηματάρχες της πλατείας Ανακτόρων, αλλά και οι άλλοι της οδού Πανός (κρεοπωλεία, ψαράδικα), οι οποίοι έπρεπε υποχρεωτικά να μετακομίσουν στη Νέα Αγορά. Έπειτα από σκληρό αγώνα και με την βοήθεια του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου, ο Μιχ. Σάπκας κατόρθωσε να κτίσει τελικά την Δημοτική Αγορά και να τη θέσει σε λειτουργία το 1933. Αξίζει να αναφερθεί ότι η αρχική πρόταση για την κατασκευή Δημοτικής Αγοράς ήταν σε άλλο σημείο της πόλης. Στο τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Κούμα, Ρούσβελτ, Ασκληπιού και Παπασταύρου. Απόφαση, για άγνωστο προς εμένα λόγο, που δεν υλοποιήθηκε παρά την αρχική μελέτη που εκπονήθηκε.

Λάρισα, οδός Ολύμπου, Γερμανοί στρατιώτες μπροστά από το χώρο της παλιάς Δημοτικής Αγοράς της πόλης. Δεξιά στο βάθος στη γωνία των σημερινών οδών Κύπρου & Παναγούλη η διώροφη κατοικία του παλιού δημάρχου της Λάρισας Μιχ. Σάπκα. Χρονολογία: 19~21/4/1941.
Μετά την κήρυξη του πολέμου και την κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου η Λάρισα γνώρισε τις οδυνηρές συνέπειες, αρχικά του μειωμένου επισιτισμού και στη συνέχεια του ισχυρού σεισμού της 1ης Μαρτίου του 1941 και των βομβαρδισμών που ακολούθησαν. Ο σεισμός άφησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού άστεγο. Το 60~70% των κτισμάτων της πόλης κατέρρευσαν ή ήταν επικίνδυνα. Με το μεγαλύτερο αριθμό των κατοίκων, που έμεινε στην πόλη να ζει σε σκηνές ή πρόχειρες παράγκες, ενώ αρκετοί μετακινήθηκαν σε διπλανά χωριά, αρκετοί οδηγήθηκαν σε πλιάτσικο των καταστημάτων της Δημοτικής Αγοράς για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Ψαράδικα στο εσωτερικό της Δημοτική Αγορά Λάρισας. Χρονολογία: 1958. Φωτογράφος: Τάκης Τλούπας. Αρχείο Κώστα Βρεττόπουλου.
Το 1952 επί δημαρχίας Καραθάνου, σύμφωνα με δημοσιεύματα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ εκείνης της χρονιάς, το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την κατασκευή 2ου ορόφου στο κτίριο της Δημοτικής Αγοράς, με δανεισμό από τη ΔΕΥΑΛ. Ο όροφος αυτός θα περιελάμβανε 54 καταστήματα και μια μεγάλη αίθουσα για συγκεντρώσεις και διαλέξεις, αίθουσα που την στερούταν εκείνη την εποχή η πόλη. Επίσης είχε αποφασιστεί η μεταφορά των Ψαράδικων στο χώρο της σκεπαστής αγοράς της «Τετάρτης» στο λόφο Ακροπόλεως, με κάποιες βελτιώσεις στα υπόστεγα, και η μεταφορά των κρεοπωλείων που καταλάμβαναν, τότε, τον εξωτερικό περιμετρικό χώρο στο εσωτερικό της Αγοράς και την ενοικίαση των κενών εξωτερικών καταστημάτων σε παντοπώλες και άλλα συναφή επαγγέλματα. Λίγους μήνες μετά η ιδέα εγκαταλείφθηκε.

Στην παλιά Δημοτική αγορά Λάρισα, μια καθημερινή εικόνα, ένας πελαργός ως μασκότ των καταστηματαρχών περιμένει το φαγητό του. Χρονολογία: 1965-70. Αρχείο της Φωτοθήκης Λάρισας.
Η ζωή της Δημοτικής Αγοράς υπήρξε, δυστυχώς, μικρή, μόλις 45 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1978, επί δημαρχίας Αγαμέμνονα Μπλάνα, με την κατεδάφιση έκλεισε τον κύκλο της. Η ιδέα της κατεδάφισης είχε τεθεί από την περίοδο της δικτατορίας, αλλά το προεδρικό διάταγμα δημοσιεύθηκε το 1977 και τον Αύγουστο του 1978 υλοποιήθηκε.
Το καλοκαίρι του 1978, κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης, διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό ορισμένων καταστημάτων υπήρχαν όμορφες τοιχογραφίες κάποιου λαϊκού καλλιτέχνη. Η έρευνα που ακολούθησε απέδειξε ότι τα έργα αυτά ανήκαν στον λαϊκό ζωγράφο Μιχάλη Παντόλφη. Είχαν ζωγραφισθεί κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου σε πολλά καταστήματα «αντί πινακίου φακής». Με τη μεσολάβηση του ζεύγους Γουργιώτη, του Τάκη Τλούπα και άλλων ευαισθητοποιημένων συμπολιτών μας, της νεοσύστατης τότε Λαογραφικής Εταιρίας Λαρίσης, διεκόπη προσωρινά η κατεδάφιση, έγινε η αποτοίχιση από ειδικό συνεργείο, εκείνων των έργων του Παντόλφη που διατηρούνταν σε ικανοποιητική κατάσταση. Αρχικά αποθηκεύθηκαν στα γραφεία της Λαογραφικής Εταιρείας Λαρίσης, το σημερινό Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο, τα οποία στεγάζονταν τότε στο υπόγειο του Δημαρχείου, όπου παρέμεναν ξεχασμένα για αρκετά χρόνια.
Επί δημαρχίας Καφφέ, άνθρωποι του Υπουργείου Πολιτισμού φρόντισαν για τη μεταφορά τους στον Βόλο, στην Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλίας. Το μεγαλύτερο μέρος των αποτοιχισμένων έργων συντηρήθηκαν και μάλιστα με πολύ καλό αισθητικό αποτέλεσμα και περιμένουν, εδώ και 3~4 χρόνια, την επιστροφή τους στη Λάρισα. Νομίζω ότι ο Δήμος Λαρισαίων, στον οποίο ανήκει το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και την Διεύθυνση Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλίας, πρέπει να φροντίσει για την επιστροφή των τοιχογραφιών του Παντόλφη από τον Βόλο, ώστε να κοσμήσουν το το κτίριο και τη συλλογή του Μουσείου. [4]

Η παλιά Δημοτική Αγορά της Λάρισας. Χρονολογία: δεκαετία 1970. Φωτογράφος: Τάκης Τλούπας. Από το βιβλίο «ΛΑΡΙΣΑ. Εικόνες του χθες» της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας – Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα.
Πριν ενάμιση χρόνο περίπου, τον Δεκέμβριο του2018, παρουσιάστηκε από το Κανάλι της Βουλής, στην εκπομπή «Αστικό Τοπίο», η Δημοτική Αγοράς της Κυψέλης. Στον ακόλουθο σύνδεσμο https://www.youtube.com/watch?v=XlUR3ZTi-xc μπορείτε να δείτε πως αξιοποιήθηκε και αναδείχτηκε, μια αντίστοιχη με τη δική μας Αγορά, στην Αθήνα. Έγινε επίσης αναφορά και στην Δημοτική Αγορά της Καρδίτσας η οποία ανακαινίσθηκε και διατηρείται έως ξαθ σήμερα. Στον ακόλουθο σύνδεσμο θα βρείτε ένα εκτενέστερο video της Δημοτικής Αγοράς Καρδίτσας (https://www.youtube.com/watch?v=YR8GBeaZczc).
Αν και συμπληρώθηκαν τέσσερις δεκαετίες από την κατεδάφιση της, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η απόφαση ήταν λανθασμένη. Ο χώρος που προέκυψε δεν αποτέλεσε πότε «πνεύμονα πρασίνου» για την πόλη, ειδικά μετά την κατασκευή του υπόγειου πάρκινγκ μεταμορφώθηκε σε μια τσιμεντένια πλατεία με δυσκολία στην προσπέλασή της, λόγω των πολλών αυτοκινήτων που κυκλοφορούν περιμετρικά της. Θα μπορούσε να διατηρηθεί, να ανακαινισθεί και να αξιοποιηθεί διαφορετικά, και όχι να γκρεμιστεί. Αλλά τα δεδομένα εκείνης της εποχής δεν συνάδουν με τα σήμερα. Παρ΄ όλα αυτά είναι μια απόφαση που ακόμη και σήμερα διχάζει την πόλη και νομίζω ότι είναι λιγάκι ειρωνικό το γεγονός ότι δόθηκε στην πλατεία το όνομα του δημάρχου που την κατεδάφισε.

Η οδός Κύπρου, στο ύψος της Δημοτικής Αγοράς με κατεύθυνση προς την Κεντρική πλατεία. Καρτ ποστάλ του Νικ. Στουρνάρα. Χρονολογία: 1950. Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.
Βρισκόμαστε στη νότια πλευρά της Δημοτική Αγοράς, λίγο πριν την Παναγούλη, όπου παρατηρούμε μια έντονη κινητικότητα, περισσότερο από διερχόμενους πεζούς, παρά από οχήματα. Ο τροχονόμος που βρίσκεται στα δεξιά μας, μέσα στο βαρέλι, δεν δείχνει να έχει ιδιαίτερη δουλειά, ενώ από το πλάνο μας, εκτός από το σταθμευμένο όχημα στα δεξιά μας, απουσιάζει οποιαδήποτε άλλη κίνηση οχημάτων ή ακόμη και ποδηλάτων. Μια εικόνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή.
Αριστερά πίσω από τον σιδερένιο στύλο διακρίνεται ένα τμήμα από τη διώροφη κατοικία του παλιού δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Κτίσθηκε το 1913 από τον Κερμελή μπέη, που είχε το κονάκι ακριβώς από πίσω, ο οποίος το νοίκιασε ως κατοικία στην οικογένεια Σάπκα. Στο ισόγειο του σπιτιού, από την πρώτη στιγμή της κατασκευής του, στεγάσθηκε καφενείο στο οποίο σύχναζαν οι Οθωμανοί κάτοικοι της Λάρισας, γι’ αυτό ήταν γνωστό σαν «τούρκικο καφενείο». Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε και μετά την αποχώρηση των Τούρκων, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αν και είχε μετονομασθεί σε «Αβέρωφ». Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ενοικιαστές του καφενείου ήταν ο Αλέξανδρος Ροδόπουλος με τον γιο του Κώστα, συγγενή της μητέρας μου, και από τη δεκαετία του ’70 περίπου και μετά υπευθύνου του κυλικείου στον κινηματόγραφο «ΠΑΛΛΑΣ».

Οδός Ανδρούτσου, τα παλιά «Καζαντζίδικα». Φωτογραφία από το διαδίκτυο.
Κατευθυνόμενοι προς την κεντρική πλατεία στα δεξιά μας συναντάμε την οδό Ανδρούτσου. Στη αρχή της Ανδρούτσου ήταν για αρκετές δεκαετίες, από τη μία πλευρά το ζαχαροπλαστείο «Χατζηστεργίου» με τους περίφημους χαλβάδες και από την άλλη πλευρά, το γαλακτοζαχαροπλαστείο του «Τζάκοβιτς», Σέρβικης καταγωγής, ονομαστό για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τους λουκουμάδες, τα κανταΐφια και τα σιροπιαστά γλυκά του, όπως και του γειτονικού «Ρόμβου». Στα τέλη τη δεκαετία του ΄80 όταν τα καταστήματα, του «Ρόμβου» και του «Τζάκοβιτς» κατεδαφίστηκαν, για να κτιστεί η πολυκατοικία, που σήμερα στεγάζει στο ισόγειο της την «Τράπεζα Αττικής», κατά την θεμελίωση της, εντοπίστηκαν τα ερείπια παλαιοχριστιανικής εκκλησίας.
Σήμερα, εντός της Ανδρούτσου, συναντάμε κατά κύριο λόγο καταστήματα ρούχων και δύο-τρία καταστήματα εστίασης. Το κύριο αντικείμενο όμως των καταστημάτων που εγκαταστάθηκαν αρχικά σ΄ αυτό τον δρόμο ήταν άλλο. Ασχολούνταν με χάλκινα είδη και από εκεί προέκυψε η ονομασία της περιοχής, τα «Καζαντζίδικα». Τα πρώτα καταστήματα χάλκινων ειδών ξεκίνησαν τη λειτουργία τους το 1870, πριν ακόμη απελευθερωθεί η Λάρισα από τους Οθωμανούς. Σύμφωνα με μαρτυρίες τότε ιδρύθηκε το πρώτο κατάστημα χάλκινων ειδών της οικογένειας Ιωαννίδη. Όπως αναφέρει η κα Βασιλική Πούλιου[5]: «Τα καταστήματα, που ήταν ταυτόχρονα και εργαστήρια οικιακών σκευών, αριθμούσαν έξι με επτά χαλκουργούς οι οποίοι τα διατηρούσαν στα σημερινά πια Παλιατζίδικα. Οι ήχοι από σφυρηλατίσματα έφταναν ως τα αυτιά των περαστικών, τα καμίνια έπαιρναν φωτιά για να φτιάξουν τα χάλκινα είδη. Και μετά καζάνια, γκιούμια, ταψιά, μπακράτσια, όλα να πάρουν τη θέση που τους ανήκε στη βιτρίνα, ώστε να χτυπάνε στο μάτι των πελατών. Άλλοι πάλι ετοίμαζαν την πραμάτεια τους για να την πουλήσουν στα παζάρια της εποχής.»
Τα βιοτεχνικά όμως είδη δεν άφησαν πολλά περιθώρια κέρδους στο επάγγελμα της χαλκουργίας, ενώ η εξέλιξη στην κουζίνα έβαλε το αλουμίνιο και τις εμαγιέ κατσαρόλες στη θέση των μπρούτζινων. Η χαλκουργία, που γνώρισε εποχές αίγλης, σιγά- σιγά «ξεθώριασε». Έτσι τα παλιά «Καζαντζίδικα» μετεξελίχτηκαν σε «Παλιατζίδικα». Εδώ μπορούσε κανείς να αγοράσει και ρούχα, εκτός της δυνατότητα επισκευής και συντήρησης των χάλκινων ειδών. Από εδώ αγόραζαν οι εργάτες τις «ρετσίνες». Τα ανθεκτικά εργατικά παντελόνια, τον πρόδρομο των μετέπειτα τζιν παντελονιών. Σταδιακά τα καταστήματα ανανεώθηκαν, προσαρμόστηκαν στις ανάγκες της εποχής προσφέροντας πιο σύγχρονες και πάντα οικονομικές λύσεις, έτσι και η Ανδρούτσου άλλαξε μορφή. Δεν υπάρχει ούτε ένας χαλκουργός εδώ και πολλά χρόνια.

Φαρμακείο του Βάσου Κυλικά. Βρίσκεται στη γωνία των οδών Ασκληπιού και Κύπρου στη Λάρισα. Χρονολογία: 1965. Φωτογράφος: Τάκης Τλούπας.
Απέναντι ακριβώς από την Ανδρούτσου, στη γωνία των οδών Κύπρου & Ασκληπιού, συναντάμε το φαρμακείο Κυλικά. Η έναρξη του φαρμακείου χρονολογείται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας στη Λάρισα, πριν το 1881, από τον Γιώτη (Παναγιώτη) Τσόκανο. Εμπειρικό φαρμακοποιό. Η χημεία την εποχή εκείνη έκανε τα πρώτα της βήματα και καθώς η θεσσαλική ύπαιθρος και τα γειτονικά βουνά του Ολύμπου, του Κισσάβου και κυρίως του Πηλίου πρόσφεραν κάθε είδους θεραπευτικά βότανα. Τα φαρμακεία της εποχής εκείνης ήταν ουσιαστικά Βοτανοπωλεία. Με άδεια του Οθωμανού πασά της Λάρισας ιδρύθηκαν οι πρώτες Ντρογκερίες στην πόλη (εμπειρικό φαρμακείο, ντρογκερία όπως αποκαλούνταν τότε, από τη γαλλική λέξη drοguerie). Μετά την απελευθέρωση του 1881 ο Τσόκανος, όπως και οι υπόλοιποι εμπειρικοί φαρμακοποιοί της Λάρισας, υποβλήθηκε στη δοκιμασία εξετάσεως από το Ιατροσυνέδριο και στις 5 Οκτωβρίου 1882 του χορηγήθηκε «περιορισμένη άδεια ίνα μετέρχεται την φαρμακευτικήν εις την Ελλάδα».
Το φαρμακείο αυτό διατηρείται μέχρι και σήμερα, στην ίδια θέση, από τους απογόνους του Τσόκανου, την οικογένεια Κυλικά. Ο συγκεκριμένος χώρος είναι και ιστορικός. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ζιαζιάς: « το 1904, όταν άρχισε έντονος Μακεδονικός αγώνας ήταν εντευκτήριο των πατριωτών του Μακεδονικού αγώνα. Στο υπόγειο του κρύφτηκε ο Παύλος Μελάς με την βοήθεια του Μιχ. Σάπκα, μέχρι την επομένη μέρα να έρθει καϊκτζής από το Τσάγεζι, που ήταν μεμυημένος στο Μακεδονικό κομιτάτο και να τον μεταφέρει στην Πλάκα Λιτοχώρου.» [6]

Οδός Κύπρου 61, το κατάστημα Αφών Λαγαρία. Χρονολογία: μέσα της δεκαετίας του 1960 περίπου. Από το αρχείο της Ένωσης Παλαιών Προσκόπων Λάρισας.
Προχωρώντας στο ίδιο πεζοδρόμιο, λίγο πιο κάτω από το Φαρμακείο Κυλικά, βρισκόταν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 το οινοπωλείο του Λάκη (Μιχάλη) και του Τάκη (Δημήτρη) Λαγαρία, παιδιών του Γεώργιου και του Θωμά Λαγαρία αντίστοιχα. Λόγω συγγενικής μας σχέσης, ο Γιώργος Λαγαρίας ήταν γαμπρός του παππού μου και ο Λάκης πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, οι αναμνήσεις από το κατάστημα τους, είναι αρκετά έντονες.
Δίπλα στην είσοδο υπήρχε ένας μικρό δωμάτιο, σαν ταμείο του μαγαζιού, ενώ πιο μέσα έβλεπες έναν μεγάλο πάγκο εξυπηρέτησης, ράφια με μπουκάλια στους τοίχους και διάφορα βαρέλια αριστερά και δεξιά. Αυτό που με εντυπωσίαζε ήταν, εκτός από το βάθος του μαγαζιού, και την αυλή του που έφτανε σχεδόν στα όρια του παλιού κινηματογράφου «ΔΙΟΝΥΣΙΑ», τα μεγάλα βαρέλια που είχαν στο μαγαζί οι θείοι. Λες και πρώτα τα τοποθέτησαν στο χώρο και μετά χτίστηκε το κατάστημα. Εκτός από εμπορία κρασιών και ποτών είχαν και δική τους παραγωγή κρασιού και εμφιάλωση με την ταμπέλα του μαγαζιού τους, «ΛΑΓΑΡΙΑΣ», την οποία διέθεταν σε διάφορα καταστήματα και εκτός περιοχής. Το οινοπωλείο έκλεισε οριστικά το 1984, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή οκτώ δεκαετιών περίπου.
Εφαπτόμενο με το κατάστημα των Αφων Λαγαρία, υπήρχε ένα μικρό Προποτζίδικο του Αποστόλη Λαγαρία, νονού του πατέρα μου και αδερφού του Γιώργου και του Θωμά.

Οδός Κύπρου με Ρούσβελτ. Δεκαετία 1980. Αρχείο Αθηνάς Παπαϊωάννου.
Μετά το Λαγαρία, φτάνοντας στη γωνία Κύπρου με Ρούσβελτ, σε ένα νεοκλασικό κτίσμα του 1920 περίπου, στεγάζονταν για χρόνια στη γωνία το βιβλιοχαρτοπωλείο των Κ. Ταταρίκου & Νικ. Παπαϊωάννου, μαζί με το πρακτορείο εφημερίδων του Ζάγουρα. Το βιβλιοπωλείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1965. Το πρακτορείο εφημερίδων λειτούργησε αρχικά υπό την διεύθυνση των αδερφών Ζάγουρα (μέχρι το 1976) και συνέχισε υπό τη διεύθυνση των Κ. Ταταρίκου – Ν. Παπαϊωάννου (μέχρι το 1980). Στη συνέχεια, τη διεύθυνση του πρακτορείου εφημερίδων ανέλαβε ο Ηλίας Παναγόπουλος με τον Απόστολο Δουζένη.
Η Βίκυ Παναγοπούλου, συμμαθήτρια μου από τα λυκειακά χρόνια, κόρη ενός εκ των ιδιοκτητών του πρακτορείου και υπεύθυνη του πρακτορείου μετά το 1986, θυμάται με ιδιαίτερη νοσταλγία εκείνη την περίοδο. Τις ιδιαίτερα καλές σχέσεις που είχαν με τους γείτονες. Αρκετά δύσκολες ήταν οι συνθήκες εργασίας, λόγω παλαιότητας του καταστήματος και την έλλειψη συντήρησης από τον ιδιοκτήτη. Θυμάται τον πολύ μεγάλο αριθμό πελατών που εξυπηρετούσαν σε καθημερινή βάση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «ήταν αμέτρητος!». Κάποια στιγμή, παρατηρώντας το μάρμαρο της εισόδου, διαπίστωσε ότι είχε υποχωρήσει και είχε λειανθεί από τα εκατομμύρια πόδια που είχαν πατήσει επάνω του, στα εβδομήντα-ογδόντα χρόνια λειτουργίας του χώρου.
Ανάμεσα στα δύο καταστήματα υπήρχε εσωτερική πόρτα που τα διαχώριζε. Δίπλα από το πρατήριο Τύπου, υπήρχε ο χώρος του βιβλιοχαρτοπωλείου. Το βιβλιοχαρτοπωλείο πουλούσε κατά κύριο λόγο παιχνίδια, σχολικά είδη, λογοτεχνικά αλλά και ξενόγλωσσα βιβλία, καθώς και εποχικά είδη όπως: χριστουγεννιάτικα δέντρα, στολίδια κλπ. Έντονες είναι και οι αναμνήσεις της Αθηνάς Παπαϊωάννου, επίσης παλιάς μου συμμαθήτριάς και κόρης ενός εκ των ιδιοκτητών: «στο μαγαζί βοηθούσαν και οι δύο οικογένειες. Σ’ αυτό το μαγαζί αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια, της αθωότητας και της απλότητας. Το μαγαζί έκλεισε το 1991. Δυστυχώς χάθηκε μία όμορφη γωνιά της Λάρισας. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι από ένα μαγαζί ζούσαν δύο οικογένειες. Ήταν οι καλές εποχές που πλέον δεν ξανάρχονται.»
Το οδοιπορικό μας στην οδό Κύπρου συνεχίζεται…
Θωμάς Ζ. Κυριάκος
thomask.larissa@gmail.com
Μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
[2] «ΝΟΣΤΑΛΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ – Οδός Βενιζέλου από το Τσούγκαρι μέχρι το Γενί Τζαμί», του Θωμά Ζ. Κυριάκου, δημοσιεύτηκε στη Larisspress στις 26/4/2019.
[3] «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα – Η πλατεία Ανακτόρων», του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 17 Ιανουαρίου 2018.
[4] «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα – Ο λαϊκός ζωγράφος Μιχάλης Παντόλφης», του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 19 Αυγούστου 2015.
[5] «Το μαγαζί των 150 χρόνων…», της Βασιλικής Πούλιου, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 16 Οκτωβρίου 2018.
[6] «Αναζητώντας τη χαμένη Λάρισα – 50 χρόνια μνήμες και αναπολήσεις (1900-1950), Γεωργίου Ζιαζιά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου